Το αντίτιμο της ηθικής ικανοποίησης που προσδίδει η διατήρηση της αξιοπρέπειας σου είναι η αναγνώριση ότι όσοι δεν συμμερίζονται αυτή την ανάγκη πιθανότατα θα βρεθούν πιο μπροστά από εσένα και θα αποκομίσουν περισσότερα, ενδεχομένως χωρίς να ζημιωθεί η εικόνα τους και η άποψη που έχουν οι τρίτοι για αυτούς. Αν μπορείς να ζήσεις μ'αυτό, έχει καλώς, ειδάλλως κάθε φορά που κάποιος θα καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του ζητώντας (ή ζητιανεύοντας) και εν τέλει παίρνοντας αυτό που εσύ περιμένεις (δικαιωματικά) να σου δοθεί θα νιώθεις ένα τσίμπημα στην συνείδησή σου για τη δική σου χαμένη ευκαιρία και την κερδισμένη ευκαιρία του άλλου.
Αρκετά συχνά τον τελευταίο καιρό, στο περιβάλλον του στρατού, βλέπω παιδιά 20 και 22 χρονών να κλαίγονται για 2-3 μέρες άδεια, να χρησιμοποιούν κάθε είδους μέσο για να πάρουν ένα πόστο, π.χ. στο κυλικείο ή σε κάποιο γραφείο, και, το χειρότερο, να μην διστάζουν να ρίχνουν τους συναδέλφους τους προκειμένου να πάρουν αυτό που θέλουν τη στιγμή που το θέλουν. Είναι κάτι που με στενοχωρεί αφάνταστα. Παιδιά που μόλις βγήκαν από το σχολείο να σκέφτονται και να συμπεριφέρονται όχι απλά ως ανταγωνιστές (κάτι που είναι θεμιτό) αλλά ως αντίπαλοι με όλους, έχοντας διαποτιστεί με μια άρρωστη ατομιστική νοοτροπία από τα γεννοφάσκια τους. Αλλά ακόμα περισσότερο με λυπεί που διακρίνω μια ηττοπάθεια, μια παραίτηση από οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής, όχι μόνο στο ευρύτερο κοινωνικό αλλά και στο προσωπικό επίπεδο. Παιδιά που φέρονται σαν μεσήλικες κουρασμένοι από τη ζωή, που επαναλαμβάνουν τσιτάτα και κοινοτυπίες περί της δυσκολίας της ζωής παράταιρα με την ηλικία τους και την έμφυτη ζωντάνια που τη συνοδεύει. Παιδιά στη συμπεριφορά των οποίων δεν είναι αντιληπτή ούτε καν μια μικρή ένδειξη ότι θα μπορέσουν να γίνουν τα ίδια οι φορείς της αλλαγής που αναφέρουν (με ένα επίπλαστο ύφος εμπειρίας, αναμασώντας τις απόψεις του περιβάλλοντός τους) ότι είναι απαραίτητη, γενικώς και αορίστως.
Όσο, λοιπόν, αρνούμαι να ακολουθήσω τους κανόνες αυτού του παιχνιδιού, στο οποίο νικητής είναι αυτός που θα τσαλαπατήσει την αξιοπρέπειά του όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα, βρίσκομαι κατά καιρούς να έχω λιγότερα στα χέρια μου από όσα αξίζω ή τελικά να παίρνω ό,τι αξίζω με μεγαλύτερη δυσκολία από ό,τι οι άλλοι. Και αν στο συγκεκριμένο περιβάλλον το διακύβευμα είναι ελάχιστα σημαντικό, με ανησυχεί η προβολή αυτής της συμπεριφοράς σε άλλες σημαντικότερες περιστάσεις με αντίστοιχα σημαντικότερες επιπτώσεις. Έχω όμως την πίστη ότι τελικά κανείς καλός δεν χάνεται, ακόμα κι αν το αποτέλεσμα του παραπάνω παιχνιδιού του στερήσει προσωρινά κάποια ευκαιρία, ακόμα κι αν κάποιος άλλος ανταμειφθεί χωρίς να το αξίζει.
Ίσως, πάλι, να είναι σημάδι της ηλικίας. Εχω παρατηρήσει ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία στρατιώτες δείχνουν έναν αλτρουισμό που μπορεί να εμπνεύσει τους μικρότερους και που εκδηλώνεται π.χ. με την προσπάθεια για επιβολή ισότητας μεταξύ των καθηκόντων των στρατιωτών ή με την αυθόρμητη βοήθεια προς τους συναδέλφους ακόμα κι αν είναι πέραν των υποχρεώσεών τους. Αυτή νομίζω ότι είναι και η σημαντικότερη συνεισφορά του μεγαλύτερου σε ηλικία: όχι απλά να δείξει τον σωστό δρόμο αλλά να συμμετάσχει πρώτος στη χάραξή του. Και να κάνει αντιληπτό με τη συμπεριφορά του ότι η αξιοπρέπεια δεν είναι αδυναμία αλλά προτέρημα.
Αυτό είναι το πρώτο non-army post εδώ και αρκετό καιρό, και νομίζω ότι αρκετά άργησε. Βλέπεις, όλο αυτό τον καιρό που παραπονιέμαι για τη μονάδα ή που εξιστορώ τις εμπειρίες μου στο ΚΨΜ η ζωή μου τρέχει παράλληλα και αποζητά την προσοχή μου, υπενθυμίζοντάς μου ότι πέρα από το χακί και το καφέ υπάρχει το γαλάζιο, το πράσινο, το άσπρο.
Την προηγούμενη Τετάρτη, καθισμένος σε τούτη εδώ την καρέκλα του net cafe και ακούγοντας στο iPod το υπεραγαπημένο "Drawn to the Deep End" των εξίσου λατρεμένων Gene, ξεκίνησα να ξεφυλλίζω τις σελίδες αυτού του blog σχεδόν από τη θέση ενός εξωτερικού παρατηρητή (ή τουλάχιστον από το πλησιέστερο σημείο που θα μπορέσω ποτέ να προσεγγίσω αυτή τη θέση). 170 posts μέσα σε 2,5 χρόνια, δημοσιευμένα άλλοτε "κατά ριπάς" και άλλοτε "βολή κατά βολή", κάμποσα μισοτελειωμένα και αδημοσίευτα, ορισμένα ανεπίκαιρα, μερικά που θα ήθελα να αλλάξω εκ βάθρων και τα περισσότερα που θα άφηνα χωρίς να αλλάξω ούτε μία λέξη. Είδα ότι μέσα σε αυτό το blog έγραψα πράγματα που δεν μπορούσα να φανταστώ ότι είχα στο μυαλό μου, ζήλεψα τον τρόπο γραφής μου, ιδιαίτερα στα posts του ράθυμου καλοκαιριού του '07 (που ήταν από τις καλύτερες περιόδους της ζωής μου με εξαίρεση τα τέλη Αυγούστου - never forget) και αναθεώρησα ορισμένα από τα τωρινά πιστεύω μου ενθυμούμενος τι έγραφα τότε. Με λίγα λόγια αισθάνομαι ότι υπέγραψα ένα νέο συμβόλαιο μνήμης με το (όχι τόσο μακρινό) παρελθόν μου, ένα συμβόλαιο που το συνδέει με το παρόν και δημιουργεί την απαραίτητη γραμμή συνέχειας και συνέπειας στο λόγο και τις πράξεις. Μα πάνω απ' όλα μου ξαναθύμισε με τον πιο νοσταλγικό τρόπο - μέσα από τα δικά μου γράμματα - τη ζωή μου που έχω προσωρινά καταχωνιάσει στο φωριαμό: τις εικόνες, τις μυρωδιές, τα αγγίγματα, τις δαγκωματιές, τις φευγαλέες στιγμές που αισθάνεσαι ότι όλα είναι τέλεια, το χάος της Αθήνας. Αλλά ταυτόχρονα με γέμισε με αισιοδοξία γιατί σε λίγο καιρό θα ξαναγυρίσω στην αληθινή ζωή, όχι αυτή την παράσταση στην οποία αναγκάζομαι να παίζω. Θα ξαναγυρίσω στη γυναίκα μου, την αγάπη της ζωής μου, και θα αισθάνομαι ότι μπορώ να γίνω βασιλιάς. Κι αν πάλι δε μπορέσω να γίνω βασιλιάς, τα κλειδιά του αυτοκινήτου αρκούν.
We could be kings This planet is ours We've love on our side And the keys to my car We'll storm through the city Let's drive
Από μια τέτοια καθαρτική εμπειρία δε μπορείς να βγεις in one piece. Κι έτσι την Τετάρτη το βράδυ έκλαψα, καθισμένος σε ένα απόμερο μέρος στην προβλήτα του λιμανιού και δαρμένος από το μελτέμι, και κλαίγοντας άδειασα την πίκρα και γέμισα προσμονή. Γιατί έρχονται στιγμές που το ντεπόζιτο της ψυχής σου φτάνει στο overload αρνητικών συναισθημάτων και κάπου χρειάζεται να το αδειάσεις. Τα δικά μου ψυχικά απόβλητα τα κατάπιε το Αιγαίο. Πλέον το ντεπόζιτο είναι έτοιμο να ξαναγεμίσει - αλλά όχι όπως πριν. Θα βάλω πάνω την τάπα περιορισμού εισροής της μιζέριας και θα ανοίξω το στόμιο μόνο για ομορφιά και άλλα ευγενή αισθήματα.
Υ.Γ. Το τραγούδι "We Could Be Kings" είναι ένα από τα ομορφότερα του δίσκου που ανέφερα στην αρχή - ένας παραγνωρισμένος αλλά μεγαλειώδης δίσκος που κυκλοφόρησε το 1997 και κερδίζει σιγά αλλά σταθερά τη θέση του στα αριστουργήματα της προηγούμενης δεκαετίας.
Υ.Γ. Quiz: ποιος μπορεί να αναγνωρίσει την τύπισσα στο videoclip;
Δε μπορώ να πω ότι εκπλήσσομαι με την πορεία των γεγονότων που ακολούθησαν την επίθεση του νεαρού σήμερα το πρωί, ούτε με το γεγονός καθαυτό. Θα έλεγα ότι οι αντιδράσεις που συνάντησα σήμερα (συζητώντας με συναδέλφους, στην τηλεόραση, ακόμα και από πολιτικούς) ήταν προβλέψιμες μέσα στην κοινοτοπία τους: δεν χαρακτηρίζουν την ελληνική νεολαία τέτοιες πράξεις, ήταν ψυχικά διαταραγμένος, κλπ. Όλα προβλέψιμα, λοιπόν, όλα αναμενόμενα, και για μία ακόμα φορά, ολα λάθος.
Η σχολική βία είναι ένα πολύ συγκεκριμένο φαινόμενο, με συγκεκριμένες γενεσιουργές αιτίες, πολύ πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί και, δυστυχώς, πάμπολλα παραδείγματα έκφρασής της με τον τρόπο που είδαμε σήμερα στην Ελλάδα. Πριν 10 χρόνια (παρά 10 μέρες) γίναμε μάρτυρες της επίθεσης δύο νεαρών στο γυμνάσιο Columbine στο Κολοράντο των Η.Π.Α., το πρώτο συμβάν που ανέδειξε τη σχολική βία ως γενεσιουργό αιτία φονικών πράξεων. Έκτοτε υπήρξαν πολλά παρόμοια γεγονότα με δράστες παιδιά που ήταν "outsiders" και ζούσαν στις παρυφές της σχολικής κοινότητας στην οποία ανήκαν. Είναι αναμενόμενο ένα τέτοιο φαινόμενο να εμφανιζόταν κάποτε και στην Ελλάδα, ή μάλλον, δεν υπήρχε κανένας λόγος αυτό το φαινόμενο να μην εμφανιστεί στην Ελλάδα.
Εννοείται ότι δεν μπορεί κανείς να περιμένει πότε, από ποιον και με ποια ακριβώς μορφή θα εκδηλωθεί, αν και επιστημονικές μελέτες (π.χ. Verlinden et al, 2000; Leary et al, 2003; κ.ά.) καταδεικνύουν ότι η απόρριψη στο σχολείο (με τη μορφή κοινωνικής απόρριψης, ρομαντικής απόρριψης ή σωματικής παρενόχλησης - bullying) αποτελεί πρωτεύουσα αιτία εμφάνισης τέτοιων φαινομένων. Ο μεγάλος κοινωνικός αντίκτυπος που δημιουργεί κάθε τέτοιο συμβάν έχει παραγάγει σημαντικό ερευνητικό έργο ώστε να μπορεί να μελετηθεί από τους αρμόδιους πολιτικούς φορείς.
Αυτά θα συνέβαιναν σε άλλα κράτη, αλλά όχι στην Ελλάδα. Η πρώτη αντίδραση της Υπουργού Απασχόλησης, που εκπροσωπεί την κρατούσα πολιτική ηγεσία, ήταν να δηλώσει ότι το γεγονός "δεν εκφράζει σε καμία περίπτωση τη νεολαία της χώρας μας". Νομίζω ότι αυτή η δήλωση αποτυπώνει την προσέγγισή μας απέναντι σε κάθε κοινωνικό φαινόμενο με αρνητικό αντίκτυπο: δε μας χαρακτηρίζει, δεν είναι δικό μας, δε φταίμε εμείς. Μακριά από την κοινωνία μας, μακριά από την κυβέρνησή μας, μακριά από την οικογένειά μας. Κάτω από το χαλί αντί για μπροστά στους προβολείς. Κι έτσι όχι μόνο χάνεται η ευκαιρία να ενσκήψουμε, έστω και κατασταλτικά αντί για προληπτικά, πάνω από τις γενεσιουργές αιτίες του φαινομένου και να πράξουμε επί της ουσίας αλλά με την απραγία και την αποποίηση ευθυνών ενισχύουμε τον κίνδυνο πιθανής επανάληψης παρόμοιων συμβάντων. Αναμενόμενο, δυστυχώς, για την Ελλάδα.
Φυσικά υπάρχουν και αυτοί που βρίσκουν ευκαιρία να βγάλουν το εθνικιστικό τους μένος επειδή το παιδί έτυχε να είναι μετανάστης. Νομίζω ότι δεν αξίζει καν να ασχοληθεί κανείς με τέτοιες ακραίες απόψεις. Απλώς τις αναφέρω γιατί πιστεύω ότι αν η αδιαφορία είναι επικίνδυνη, η ηθελημένα λανθασμένη ερμηνεία (ειδικά όταν συνοδεύεται από την πανταχού παρούσα ρατσιστική ιδεολογία) μπορεί να αποβεί καταστροφική.
Βιβλιογραφικές αναφορές: - Verlinden, S., M. Hensen and J. Thomas, 2000. Risk factors in school shootings. Clinical Psychology Review, 20(1), 3-56. - Leary, M.R., R.M. Kowalski, L. Smith and S. Philips, 2003. Teasing, rejection and school violence: Case studies of the school shootings. Aggressive Behavior, 29(3), 202-214.
Άνοιξη, για μια ακόμα φορά - αλλά κάθε φορά τόσο διαφορετική και το ίδιο έντονη...
Αυτή η μυρωδιά των νεραντζιών που ανθίζουν με τρελαίνει και με γεμίζει με αισιοδοξία. Περπατούσα σήμερα το απόγευμα στο ηλιόλουστο κέντρο και όλα μου φαίνονταν μαγικά, παρότι ήταν μια ακόμα συνηθισμένη Τετάρτη με κλειστά μαγαζιά, λίγο κόσμο και την κλασική μουντάδα της Αθήνας πέρα και πίσω από την Ομόνοια. Αυτή η εποχή με κάνει να νιώθω δυνατός για να αντιμετωπίσω ό,τι κι αν μου τύχει, λες και μυρίζοντας τις νεραντζιές και βλέποντάς τις να πετάνε τα πρώτα φυλλαράκια γίνομαι δέκτης μιας ενέργειας που εκπορεύεται από τη φύση και διαχέεται διαμέσου της οσμής και της όρασης. Αν δεν είναι αυτό μαγεία, τότε δεν ξέρω τι μπορεί να είναι.
Ακόμα και την επικείμενη στράτευσή μου (18 Μαΐου, it's official) με κάνει να τη βλέπω σαν ένα απλό διάλειμμα που θα τελειώσει μαζί με το καλοκαίρι. Παρότι στα 31 φαίνεται (και είναι) πολύ δύσκολο να τα παρατήσεις όλα, σήμερα ένιωσα για πρώτη φορά ήρεμος για ό,τι με περιμένει. Έστω κι αν η θητεία είναι πλέον αντικειμενικά μικρή και οι συνθήκες διαβίωσης και οι δυνατότητες επαφής με τον έξω κόσμο πολύ περισσότερες σε σχέση με όχι πολλά χρόνια πριν.
Όταν όμως νιώθεις τη μαγεία, μαγικά πράγματα συμβαίνουν ακόμα κι εκεί που δεν το περιμένεις. Όπως, π.χ., όταν παραγγέλνεις έναν καπουτσίνο για το δρόμο και ο καταπληκτικός barista, ευρισκόμενος σε τρελά κέφια (εντάξει, και κάνοντας καμάκι σε κάτι γκομενάκια), σε ανταμείβει με αυτό το οπτικό και γευστικό αριστούργημα:
Φυσικά, η αισιόδοξη διάθεση απαιτεί μουσική ανθισμένη και ολόφωτη - καλύτερο soundtrack από το τραγούδι που έδωσε τον τίτλο στο post δε θα μπορούσε να βρεθεί για να περιγράψει το σημερινό ταξιδάκι...
Έχουμε αναπτύξει σε αυτή τη χώρα μια ιδιότυπη κουλτούρα που υποδεικνύει ότι πάντοτε και σε κάθε περίπτωση κάποιος πρέπει να φταίει για κάτι. Όταν όντως υπάρχουν ευθύνες προφανώς πρέπει να επιρρίπτονται εκεί που πρέπει. Το ανησυχητικό όμως είναι ότι πάντα κάποιος θα βρεθεί να επιρρίψει ευθύνες για κάτι ακόμα κι αν δεν υπάρχει αντικειμενική ευθύνη ή, ακόμα χειρότερο, αν η ευθύνη ανήκει σε εκείνον που κατηγορεί.
Αυτή η κουλτούρα είναι πολύ ύπουλη σε ό,τι αφορά τις μορφές με τις οποίες παρουσιάζεται. Μεταμφιέζεται σε μάχη κατά της διαφθοράς, αναλγησίας κλπ. και δημιουργεί το αίσθημα του υπερασπιστή του δικαίου σε όποιον την ενστερνίζεται. Συνδυάζεται συνήθως με γενικεύσεις που αφορούν συγκεκριμένες ομάδες ή ιδιότητες (πολιτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι) και που θέτουν το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο θα αναπτυχθεί η κατηγορία.
Παράδειγμα υποθετικό: από τη λίστα των γενικεύσεων "κλέφτες πολιτικοί", "λαμόγια πανεπιστημιακοί", "ανέντιμοι δημόσιοι υπάλληλοι" διαλέγουμε το τελευταίο context. Στη συνέχευα παίρνουμε μια περίπτωση κατά την οποία ο κατήγορος δε γνωρίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει για τη συναλλαγή του με το δημόσιο. Συνδυάζοντας τα παραπάνω, συντάσσουμε την κατηγορία κάπως έτσι:
"Πήγα σήμερα στην χ υπηρεσία και για να πάρω το ψ πιστοποιητικό μου ζήτησαν το ω δικαιολογητικό, την z βεβαίωση και την y δήλωση. Πού να τρέχω να τα μαζεύω όλα αυτά. Αλλά τι περιμένεις από τέτοιους δημόσιους υπαλλήλους; Το μόνο που κοιτάνε είναι πώς να ταλαιπωρούν τον κόσμο".
ή σε παραμετρική μορφή:
Εξιστόρηση --> Γενίκευση --> Κατηγορία
Αυτή η κουλτούρα είναι δυστυχώς παρούσα και στη δική μας κοινότητα, αυτή των ιστολόγων. Υπάρχουν blogs που αναπαράγουν ό,τι διαβάζουν ή τους στέλνει ο κάθε πικραμένος χωρίς κανέναν έλεγχο. Αναπαράγουν χιλιοειπωμένους (και αποδεδειγμένα αναληθείς) αστικούς μύθους ως προειδοποιήσεις προς όλους εμάς τους "αδαείς", καλλιεργώντας τον φόβο για το παραμικρό. Διατυπώνουν κατηγορίες για ζητήματα τα οποία αγνοούν, δημιουργώντας καχυποψία εκεί που δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Εν τέλει, υπονομεύουν την ίδια την ποιότητα του περιεχομένου τους στο όνομα της αδιάκοπης πληροφόρησης και της καταγγελτικής δράσης που θεωρούν ότι αναλαμβάνουν, εκμηδενίζοντας την όποια ουσιώδη πληροφόρηση μπορεί να προσφέρουν.
Είναι σημείο των καιρών να ψάχνουμε παντού το λάθος και το αρνητικό ή να το εφευρίσκουμε εκεί που δεν υπάρχει. Μόνο που το να ζούμε υπό τη δαμόκλειο σπάθη κάθε αυτόκλητου τιμητή του δικαίου σκοτώνει κάθε προσπάθεια προόδου που νομοτελειακά εμπεριέχει την πιθανότητα αποτυχίας.
Δε φταίω εγώ που σε έχει χτυπήσει η κρίση κατακούτελα και δεν έχεις ούτε για κουλούρι Δε φταίω εγώ που αντιλαμβάνεσαι την ευγένεια για αδυναμία Δε φταίω εγώ που οι προτεραιότητες που θέτω δε σε βολεύουν Δε φταίω εγώ που με το που παντρεύτηκες την είδες άρχοντας του Σύμπαντος Δε φταίω εγώ που προσπαθώ να δω πέρα από τα σύνορα Δε φταίω εγώ που δεν έχεις ιδέα από πολλαπλή παλινδρόμηση Δε φταίω εγώ που αγχώνεσαι με το παραμικρό και δεν ξέρεις που πάνε τα τέσσερα Δε φταίω εγώ που δεν αντιλαμβάνεσαι ότι αντιλαμβάνομαι τα πράγματα πιο ολιστικά Δε φταίω εγώ που το Δημόσιο κοιμάται Δε φταίω εγώ που δεν αναγνωρίζεις άλλο τρόπο εκτός από το δικό σου Δε φταίω εγώ που αντί να χαίρεσαι την κάθε μέρα που ζεις, μιζεριάζεις για αυτά που δεν έχεις ζήσει Δε φταίω εγώ που χρειάζομαι τα χρήματά μου Δε φταίω εγώ που το καλύτερο πράγμα πάνω σου είναι ότι με γνωρίζεις Δε φταίω εγώ που δεν τηρώ τις προθεσμίες που υπόσχομαι Δε φταίω εγώ που αρνούμαι να τσιμπήσω με ό,τι φύρα προσπαθείς να μου πουλήσεις Δε φταίω εγώ που ο Παναθηναϊκός είναι πάλι δεύτερος φέτος
Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Είμαστε συλλογικά υπεύθυνοι (μηδενός εξαιρουμένου) για το χάλι που δημιουργήσαμε καθώς και για ό,τι συμβεί από εδώ και πέρα. Νομίζω ότι περάσαμε σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο κοινωνικής αντίδρασης, που θα μας θυμίζει με κάθε αφορμή το πόσο σάπιες είναι οι δομές που στήσαμε ή αφήσαμε (με την ανοχή και την παθητικότητά μας) να στηθούν. Γιατί όλους (νομίζαμε ότι) μας συνέφερε που ζούμε σε ένα μπουρδέλο, ελεύθεροι να κάνουμε ό,τι γουστάρουμε χωρίς να δίνουμε δεκάρα για ηθική, νομιμότητα, αξίες. Όμως όταν κάποιος κερδίζει, κάποιος άλλος ζημιώνεται και πρέπει με κάποιον τρόπο να επανέρθει η ισορροπία στο σύστημα. Η ιστορία έχει δείξει ότι συνήθως αυτός ο τρόπος δεν είναι αναίμακτος - και αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα γράφεται ιστορία, με το αίμα του μικρού Αλέξη.
Όπως έγραψα πριν, κατανοώ οποιαδήποτε αντίδραση και οποιαδήποτε ενέργεια έγινε, γίνεται και θα γίνεται από εδώ και στο εξής. Και δεν το λέω ελαφρά τη καρδία: τα μπάχαλα σταμάτησαν 300 μέτρα από το πατρικό μου και περίπου 500 από το τωρινό σπίτι μου. Την επόμενη φορά, που σίγουρα θα υπάρξει, μπορεί να μην είναι έτσι.
Όπως σε κάθε πόλεμο έτσι κι εδώ υπάρχουν οι παράπλευρες απώλειες. Περισσότερο σημαντικές από τις άμεσες (καταστροφές στις εμπορικές, αστικές κλπ. υποδομές) είναι οι έμμεσες: ποιος πιστεύει π.χ. έστω και στο ελάχιστο ότι μια σοβαρή επιχείρηση θα δεχτεί να επενδύσει σε ένα τέτοιο τρελοκομείο; Και που να δεις το καλύτερο: θα χαθούν χιλιάδες θέσεις εργασίας (λες και δε μας έφτανε η οικονομική κρίση) και ακόμα περισσότερες πιθανές ή δρομολογούμενες, επιτείνοντας ήδη την κακή κατάσταση της οικονομίας και οδηγώντας σε ακόμα σφοδρότερες αντιδράσεις. Όλες αυτές τις απώλειες θα τις πληρώνουμε στο διηνεκές και σε πολλαπλάσιο βαθμό από ό,τι πληρώσαμε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, που τόσες αντιδράσεις προκάλεσαν για το κόστος τους. Σε συνδυασμό με την κατάρρευση των κοινωνικών δομών βυθιζόμαστε σε έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο ένας Θεός ξέρει αν και πότε θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε.
Αλλά όπως είπα, επιτέλους παίρνουμε αυτό που μας αξίζει. Έτσι, μπας και καταλάβουμε the hard way πόσο για τον πούτσο κράτος, λαός, κοινωνία είμαστε.
Υ.Γ. Τα "εναλλακτικά" μέσα ενημέρωσης (βλέπε press-gr και συναφή), που υποτίθεται ότι διατείνουν την "εναλλακτική" προσέγγιση τους στη δημοσιογραφία έγιναν οι μεγαλύτερες κατίνες όλης της υπόθεσης. Πήξαμε στο φτηνό συναίσθημα, στις λανθασμένες και αστήριχτες πληροφορίες, στην υπερβολή του λόγου και στον ό,τι-να-ναι σχολιασμό από διάφορους τυχαίους και πανάγνωστους (ως επί το πλείστον). Αν αυτή είναι η εναλλακτική προσέγγιση, προτιμώ την παραδοσιακή.
Υ.Γ.2 Πολλοί συμφωνούν με την ιδέα επιστράτευσης ή και επέμβασης του στρατού για την αποκατάσταση της τάξης. Φαντάζομαι ότι επιπλέον καυλώνουν μπροστά σε φωτογραφίες από τανκς και αυνανίζονται με την προοπτική ενός πογκρόμ για να "καθαρίσει η Ελλάδα από τους αναρχοάπλυτους". Να δούμε μέχρι πού θα μυρίσει το σκατό αν η χώρα κηρυχτεί έστω σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Υ.Γ.3 Πόσο επίκαιροι ακούγονται οι στίχοι των Manics...
Στην πρόσφατη πτήση μου προς Μπανγκόκ (στο ταξίδι για Πεκίνο) υπήρχαν πολλοί Ελληνοαυστραλοί που επέστρεφαν στη χώρα τους μετά από διακοπές στην πατρίδα. Ανάμεσα σ'αυτούς κι ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Ελληνοαυστραλών που γύριζε στη Μελβούρνη έχοντας περάσει τους καλοκαιρινούς μήνες στην Ελλάδα. Περίπου δύο ώρες μετά την αναχώρηση ο άντρας άρχισε να μην αισθάνεται καλά και όσο περνούσε η ώρα η κατάστασή του χειροτέρευε παρά τις προσπάθειες κάποιων γιατρών που έτυχε να βρίσκονται στο αεροπλάνο. Τελικά η πτήση σταμάτησε επειγόντως στο Νέο Δελχί γιατί αυτός ο άνθρωπος χρειαζόταν πολύ άμεση ιατρική βοήθεια και πιθανότατα δεν θα προλάβαινε να φτάσει ζωντανός στη Μπανγκόκ. Εγκεφαλικό, άκουσα να λένε οι γύρω μου, και μάλιστα βαριάς μορφής. Το ζευγάρι κατέβηκε αμέσως από το αεροπλάνο με τις ευχές των υπόλοιπων επιβατών να τους συνοδεύουν αλλά σε μια εμφανώς πικρή ατμόσφαιρα.
Πόσο τραγικό είναι να βρίσκεσαι για λίγες ώρες ή μέρες σε έναν τόπο που δεν έχεις γνωρίσει ποτέ, δεν έχεις ζήσει ποτέ κι όμως αφήνεις εκεί τη ζωή σου; Πόσο παράταιρο είναι οι τίτλοι τέλους της ζωής σου να αναφέρουν ότι τράβηξες την τελευταία σου ανάσα σε ένα μέρος που δεν πρόλαβες να δεις, να οσμιστείς, να περπατήσεις; Θα μου προκαλούσε μεγάλη ανατριχίλα να έβλεπα (αν, λέμε, μπορούσα) τους τίτλους του τέλους μου να γράφουν ότι γεννήθηκα στην Αθήνα, Ελλάδα και πέθανα, ξέρω γω, στο Μπουένος Άιρες, στο Άμπου Ντάμπι, στο Pittsburgh ή σε κάποιο άλλο μέρος που δεν έχω δει παρά μόνο από φωτογραφίες. Γιατί νιώθω ο δεσμός με τον τόπο που γεννιέσαι υπάρχει αντίστοιχα και με τον τόπο που πεθαίνεις, αλλά από την αντίστροφη πλευρά - ο δεσμός προϋπάρχει της γνωριμίας με τον τόπο. Με άλλα λόγια, συνειδητοποίησα ότι θέλω να πεθάνω σε τόπο που γνωρίζω, όπου κι αν βρίσκεται αυτός ο τόπος και με όποιον άνθρωπο είμαι μαζί (αν είμαι με κάποιον άνθρωπο).
Δεν ξέρω τι έγινε με τον συνταξιδιώτη μου αλλά εύχομαι να πρόλαβε να γυρίσει σπίτι του ζωντανός.
Αντιγράφω από το άρθρο της Wikipedia για τον χαρακτήρα Zack Addy από τη σειρά Bones (τα bold δικά μου):
"Episodes towards the end of the first season of Bones reveal that Zack's colleagues, especially Dr. Goodman, feel he has become too comfortable as Dr. Brennan's assistant and is therefore not completing any of his Doctorates to avoid having to grow into a new position. Goodman and Hodgins conspire to make Zack less comfortable in his position to motivate him to complete his studies and assume a role above that of an assistant."
ΓΚΝΤΟΥΠ! Κατευθείαν στο δόξα πατρί! Ρε λες γι'αυτό να μην τελειώνω το διδακτορικό;
Προσοχή: δεν ειρωνεύομαι καθόλου: έχω μια πάγια καλή θέση ως συνεργάτης του καθηγητή μου, η δουλειά είναι ενδιαφέρουσα, τα λεφτά είναι πολύ καλά (όσο κι αν αυτό ακούγεται περίεργο), οι δημοσιεύσεις έρχονται... Μου ψιθυρίζει ο διάβολος στο αριστερό μου αυτί: για ποιο λόγο να τελειώσεις το διδακτορικό; Καταρχήν δε θα χρειαστεί να ψάχνεις σαν το ζήτουλα από δω κι από κει για μια θέση ανθυποδιδάσκοντα (με πολλές πιθανότητες αντί να βγάζεις χρήματα, να βάζεις απ' την τσέπη σου κιόλας) σε κάποιο ίδρυμα μακριά από τον τόπο σου βασιζόμενος στη μελλοντική "προοπτική" κάποια στιγμή να βρεις κάτι καλύτερο. Επιπλέον, πού θα βρεις τόσο έτοιμη ερευνητική δουλειά να σε περιμένει, τόσο υψηλού επιπέδου και με σημαντική επιρροή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο σωστούς συνεργάτες/φίλους και ένα τόσο καλά δομημένο (αν και προσωποπαγές) σύστημα εργασίας;
Το αγγελάκι από την άλλη προσπαθεί να μου πει ότι πρέπει να κάνω τα δικά μου αυτόφωτα βήματα και ότι όλοι κάπως έτσι ξεκινούν. Ναι, άγγελέ μου, αλλά ζούμε στην Ελλάδα, που από την άποψη της οργάνωσης της εκπαίδευσης δεν βλέπει τα σοβαρά κράτη ούτε με τα κυάλια (για την ποιότητα της ερευνητικής δραστηριότητας το συζητάμε). Θεωρείται φυσιολογικό να αφήσει κανείς μια δουλειά που γουστάρει, μια καλοπληρωμένη θέση (με προοπτικές περαιτέρω ανέλιξης) για να μπει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα κι όπου τον βγάλει; Κι αν ναι, πώς θα ζήσει όντας newly married και με πλάνα για οικογένεια; Θα τυλίγει σουβλάκια με τα papers του, τις ώρες που δε θα δουλεύει στο Πανεπιστήμιο για τρεις κι εξήντα;
Όλα αυτά δεν τα είχα αποκωδικοποιήσει μέχρι τώρα. Με βολεύει που δεν τελειώνω το διδακτορικό μου. Eventually θα το τελειώσω, αλλά νομίζω ότι μόλις εξήγησα εν μέρει την καθυστέρηση που, τελικά, προκαλώ ηθελημένα.
Και δε μ'αρέσει ο ρόλος του Zack Addy ρε γαμώτο. Χάθηκε να ήμουν ο ωραίος Booth ή έστω ο πάμπλουτος Hodgins;
Παρασκευή απόγευμα και ανέβαινα τη Σταδίου από Ομόνοια. Ανάμεσα στο πλήθος σκάει εντυπωσιακός τύπος από τις κυλιόμενες του Μετρό με το πιο immaculate κατάλευκο κοστούμι που έχω δει ποτέ. Πώς βλέπεις κάτι σειρές που κατεβαίνει ο άγγελος από τον ουρανό ή κάτι διαφημίσεις απορρυπαντικών με ρούχα «κάτασπρα και λαμπερά», κάπως έτσι. Μιλάμε, ο άνθρωπος φαινόταν να έχει κατεβεί από άλλο κόσμο. Ωραίος, νέος (περί τα 40) και, καθώς φαινόταν, επιτυχημένος επαγγελματίας. Ουάου ήταν το μόνο που σκέφτηκα - και δεν εντυπωσιάζομαι εύκολα με κάτι τέτοια.
Όπως συνήθως συμβαίνει, μετά το αρχικό ξάφνιασμα άρχισε η αποδόμηση. Περπατώντας σχεδόν παράλληλα για 2-3 λεπτά υπέκλεψα μερικές φράσεις καθώς ο τύπος μιλούσε στο κινητό. Τον έκοψα για ανώτερο στέλεχος - αν μπόρεσα να καταλάβω σωστά ανάμεσα από τις περίπου 10 αναφορές στους "μαλάκες" και τις "καριόλες" που θα "γαμούσε" και το τεχνικό-χρηματοοικονομικό jargon που πέταγε ανάμεσα στα γαμήσια που θα έριχνε. Το όλο σύστημα συνοδευόταν από φωνή και τρόπο ομιλίας που έμοιαζε επικίνδυνα στον Μάκαρο τον Ψωμιάδη - συνδυαζοντας το λεξιλόγιο νταβατζή και τη μαγκιά νταλικέρη.
Ανεβαίνοντας τη Σταδίου πέρασα απέναντι στο ύψος του Φωκά ενώ ο τύπος συνέχισε ευθεία. Ακόμα και από το απέναντι πεζοδρόμιο, και μέχρι να τον χάσω από το οπτικό μου πεδίο, ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα.
Αυτή η τυχαία "συνάντηση" (γιατί αμφιβάλλω αν αυτός με πρόσεξε) με τάραξε. Γενικώς, τα πιο μεγάλα φλας τα παθαίνω κάτι άκυρες στιγμές και με εντελώς άσχετες αφορμές.
Παρένθεση: οι πρωτόλειες απόπειρές μου να καταγράψω γεγονότα όπως αυτά τα φλας κατέληγαν στην καλύτερη περίπτωση σε κάποιο πρόχειρο ημερολόγιο και συνήθως στο καλάθι των αχρήστων. Άσε που παλιότερα δεν υπήρχε χρόνος και ιδιωτικός χώρος για να καταγραφούν σωστά και με συνέχεια. Το βασικότερο όμως που έλειπε ήταν η πίστη ότι αυτά που έγραφα με αντιπροσώπευαν, αφού όταν τα ξαναδιάβαζα φαίνονταν εντελώς γελοία.
Αυτές οι αφορμές ενεργοποιούν μνήμες και αφυπνίζουν σκέψεις (συνήθως όχι ευχάριστες) που καταφέρνω να κρύψω, γνωρίζοντας ότι η ενασχόλησή μου μ' αυτές και η επεξεργασία τους δεν είναι ευχάριστη. Τότε έρχομαι, θέλω δε θέλω, φάτσα-κάρτα με καταστάσεις που απέφευγα να αντιμετωπίσω - και επειδή εδώ και καιρό έχω δώσει υπόσχεση στον εαυτό μου πως ο,τιδήποτε προκύπτει θα το αντιμετωπίζω σε πραγματικό χρόνο, βρέθηκα στη μέση της Σταδίου να προσπαθώ να βάλω σε τάξη τις σκέψεις που πετάγονταν στο μυαλό μου σαν jack-in-the-box.
Η σκέψη που κέρδισε τον αγώνα δρόμου με τις υπόλοιπες και έφτασε πρώτη στο μυαλό, περί αναντιστοιχίας του περιτυλίγματος με το εσωτερικό (ή αλλιώς "όλο μέλι και από τηγανίτα τίποτα"), δε με αφήνει αδιάφορο. Έχω συγχρωτιστεί αρκετές φορές με νεόκοπα και ανερχόμενα στελέχη που πίσω από ένα αψεγάδιαστο προσωπείο, με συνοδεία του ανάλογου ύφους, πετούσαν τη μία μπαρούφα πίσω από την άλλη και έδειχναν πλήρη άγνοια περιεχομένου ή συμπεριφέρονταν τουλάχιστον απαράδεκτα. Σε αυτό το θέμα νομίζω ότι τα κουτσοκαταφέρνω. Μπορεί π.χ. να μην φοράω γραβάτες εκ πεποιθήσεως - πιστεύω ότι δεν προσδίδει πλέον κανένα κύρος -και τα κοστούμια μου (όποτε φοράω) να μην είναι των χιλίων Ευρώ, αλλά δεν προσπαθώ μέσα από το ντύσιμό μου να πουλήσω κάτι το οποίο δεν είμαι. Ασφυκτιώ όταν πρέπει να δείχνω «κάπως» και συνήθως δεν το κάνω.
Υπήρχε όμως κάτι που με τσίγκλισε και που ομολογώ ότι δεν το περίμενα, ίσως επειδή δεν θέλω να το παραδεχτώ. Για μια στιγμή ζήλεψα. Ζήλεψα το ωραίο αυτό κοστούμι, τον αέρα και την άνεση του τύπου (έστω και αν όσα έλεγε με αηδίαζαν), τα λεφτά που προφανώς κερδίζει. Ζήλεψα επίσης που ο κόσμος εκτιμά την αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα με οποιοδήποτε κόστος και με οποιαδήποτε συμπεριφορά κι αν επιτυγχάνεται, που παραμυθιάζεται με το φαίνεσθαι, και που ορισμένοι άνθρωποι το κάνουν να φαίνεται τόσο εύκολο. Θα μου πεις, εσύ επέλεξες να ακολουθήσεις τον αβέβαιο δρόμο που διαβαίνεις, ενώ θα μπορούσες να πουλάς τον εαυτό σου στον ιδιωτικό τομέα για πολύ περισσότερα χρήματα. Καμία αντίρρηση, έχω επίγνωση πού βρίσκομαι και δεν το έχω μετανιώσει καθόλου. Γουστάρω που δε χρειάζεται να φοράω κοστούμια για να επιδείξω την αξία μου, που μπορώ ακόμα να γράψω ένα πολύ καλό paper φορώντας φόρμα και αθλητικά, να ακούσω μουσική χωρίς καμία απαγόρευση, να παράγω νέα επιστημονική γνώση. Όμως είναι άδικο, γιατί συχνά αλλού είναι η ουσία και αλλού πέφτει ο προβολέας και όλα τα πλεονεκτήματα που φέρνει μαζί του.
Μέχρι να φτάσω στο σπίτι είχα σχεδόν επανέλθει στην τάξη. Τα έβαλα κάτω και επαναλάμβανα σαν ποίημα μια φράση που μου είχε πει κάποτε ένας ακαδημαϊκός: «ο δύσκολος δρόμος είναι που έχει τη μεγαλύτερη αξία». Ηρέμησα κάπως, άρχισα να σκέφτομαι τα papersπου σχεδιάζω να γράψω, έκανα σκέψεις για μετά το διδακτορικό - όμως ένα αγκαθάκι με τσιμπούσε πού και πού και με τσιμπάει ακόμα.
Σε κάποιο προηγούμενο post είχα αναφέρει μια φράση που μου είχε πει ο καθηγητής μου στο πρώτο ταξίδι που κάναμε μαζί, πριν περίπου 5 χρόνια στις Βρυξέλλες, και που μπορώ με σιγουριά να πω ότι επιβεβαιώνεται πλήρως: "Όταν αρχίσεις τα ταξίδια, δεν θα θέλεις να σταματήσεις". Μπορώ επιπλέον να συμπληρώσω ότι αν μείνω λίγο καιρό χωρίς ταξίδι, αρχίζει το στερητικό σύνδρομο: αρχίζω να ψάχνω αεροπορικά δρομολόγια για πιθανούς μελλοντικούς προορισμούς, σκέφτομαι πού θα ήταν το ιδανικό ταξίδι του μέλιτος, διατείνομαι τη διαθεσιμότητά μου για οποιοδήποτε ταξίδι μπορεί να φανώ χρήσιμος. Πραγματικά, αυτή τη στιγμή πετάω τη σκούφια μου για ένα διήμερο ταξίδι τη μεθεπόμενη εβδομάδα στο Άμστερνταμ, και παθαίνω απανωτές ονειρώξεις σκεπτόμενος το ταξίδι Αθήνα-Βρυξέλλες-Πεκίνο-Αθήνα που (καλως εχόντων των πραγμάτων) με περιμένει τον επόμενο μήνα και που θα με κρατήσει on the road για καμιά βδομάδα. Απίστευτη κούραση - υπέρτατη ευχαρίστηση.
Κάμποσες φοές έχω συζητήσει με τους συναδέλφους μου στο γραφείο τι είναι αυτό που με κάνει τόσο ανοιχτό σε οποιοδήποτε ταξίδι, κάτι που οι ίδιοι δεν συμμερίζονται. Βασικά έχει να κάνει με την αγωνία μου να γνωρίσω και να μάθω όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα πριν φύγω από τούτο τον κόσμο. Να δω όσο πιο πολλά μέρη γίνεται, να ακούσω όσο περισσότερη μουσική αντέχουν τα αυτιά μου, να δοκιμάσω όσο πιο πολλά φαγητά χωράει το στομάχι μου. Να γεμίσω με εικόνες, μυρωδιές, ήχους, γεύσεις. Γιατί ό,τι μένει στο τέλος είναι οι αναμνήσεις και οι εμπειρίες.
Αλλά τα διήμερα επαγγελματικά ταξίδια σε τυπικούς ευρωπαϊκούς προορισμούς δεν καλύπτουν αυτή τη βαθύτερη ανάγκη, παρά μόνο δίνουν μια προσωρινή ευχαρίστηση - σαν να τρως πατατάκια για να χορτάσεις την πείνα σου μέχρι να έρθει το κυρίως γεύμα. Τα ταξίδια που αποτελούν το "κυρίως γεύμα" δεν περιλαμβάνουν τυπικούς προορισμούς, ούτε καν προορισμούς που θεωρούνται τουριστικά εξεζητημένοι - αυτούς μπορώ να τους επισκεφτώ ανά πάσα στιγμή (δεδομένων βέβαια των οικονομικών συνθηκών). Θέλω να προλάβω να πάω εκεί που λίγοι άνθρωποι σκέφτονται να ταξιδέψουν: Βόρεια Κορέα, Νησί Pitcairn, Νέα Καληδονία και όλα τα μικρονησιακά πελάγη του Ειρηνικού Ωκεανού, Βιετνάμ, Γη του Πυρός (Αργεντινή), Ινδονησία, Εκουαδόρ, Ταϊβάν, είναι μερικοί μόνο από τους προορισμούς που έχω βάλει στο καλεντάρι για μελλοντική επίσκεψη. Άλλοι πιο δύσκολοι, άλλοι πιο εύκολοι, αλλά σίγουρα όχι συνηθισμένοι και μακριά από την έννοια του "τουριστικού παράδεισου".
Προφανώς και δεν περιμένω ότι θα καταφέρω να τους επισκεφτώ (τουλάχιστον όχι όλους), αλλά ας υπάρχουν στην άκρη του μυαλού μου, δεν είναι κακό. Βοηθούν στο να περνάνε πιο ευχάριστα κάτι βαρετές, βροχερές, χειμωνιάτικες νύχτες που οσονούπω πλησιάζουν. Η ομορφιά της αναμονής, ακόμα και χωρίς τελικά να επέρχεται η υλοποίηση, δίνει ένα κίνητρο, ένα λόγο για να ονειρεύεσαι, να κρατιέσαι ζωντανός και σε εγρήγορση για τη στιγμή που θα δίνεις το διαβατήριό σου στο check-in και θα λες από μέσα σου για μια ακόμα φορά "τώρα αρχίζει"...
Όταν το μυαλό καταφέρνει να απαλλαγεί από τα καθημερινά του προβλήματα, έστω και προσωρινά, αρχίζει τα ταξίδια χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, δημιουργεί φαντασιώσεις και επιθυμίες που δεν καίγεται να πραγματοποιήσει, θέτει περίεργες απορίες για τις οποίες δεν υπάρχει συγκεκριμένη ή σωστή απάντηση, καταρτίζει λίστες με προτεραιότητες που δεν πρόκειται ποτέ να πραγματοποιήσει, και άλλα παρόμοια τριπάκια. Πιθανότατα είναι τα κατάλοιπα του 11μηνου overload σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της ζέστης που δημιουργούν αυτά τα τριπάκια και η ραθυμία των διακοπών που τα διογκώνει.
Για παράδειγμα, το μοναδικό καθημερινό ανάγνωσμα των διακοπών (ένα βιβλίο που είχα πάρει μαζί μου το τελείωσα σε μια μέρα) ήταν η "Πράσινη": αθλητική εφημερίδα, παναθηναϊκών και αντι-ολυμπιακών αποχρώσεων. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες δουλειές που πρέπει να υπάρχουν αυτή την περίοδο είναι στην υποδοχή των μικρών αγγελιών για τη συγκεκριμένη εφημερίδα: 3-4 σελίδες με αγγελίες του στυλ "Λιζέτα! Μικρή φοιτητριούλα σε θέλει να γίνεις ο δάσκαλός της! τηλ. πρωί 69... βράδυ 69..." για όλα (μα όλα!) τα γούστα. Θα ήθελα να δούλευα εκεί έστω και για μια μέρα, κατά την οποία μπαίνουν τουλάχιστον 150 αγγελίες. Ξαπλωμένος στην ψάθα κάτω από την ομπρέλα έφτιαχνα ολόκληρα σενάρια για κάθε αγγελία ανάλογα με το ύφος γραφής της, πώς να ήταν αυτός που την έβαλε, ποιος ο διάλογος με τους υπαλλήλους της υποδοχής κλπ., παραβλέποντας το προφανές: οι αγγελίες πιθανότατα θα έρχονταν με φαξ ή e-mail. Αλλά είπαμε, πρόκειται για τριπάκι και όχι για κοινωνιολογική ανάλυση...
Επίσης, κατάφερα μέσα στην παραζάλη της παραλίας να προσδιορίσω τα εξής: 1. Το ένα πράγμα που δε συνάντησα στις φετινές διακοπές και δε μου έλειψε καθόλου: γαυροπιτσιρικάδες με μαλλί αλά Μήτρογλου (στάνταρ) και φανέλες του Θρήνου (optional) να ακούνε πίου-πίου και πριόνια από καγκουρεμένα στερεοφωνικά. Ω ναι: κάθε χρόνο θα συναντούσα τουλάχιστον ένα δείγμα από αυτή τη ράτσα, που όλως τυχαίως θα καθόταν δίπλα μου στην παραλία εξανεμίζοντας κάθε ελπίδα ηρεμίας - εκτός από φέτος. 2. Το ένα πράγμα που θα συναντώ στις διακοπές μου εις τον αιώνα τον άπαντα: τουλάχιστον ένα χοντρό μέχρι σκασμού παιδάκι που είτε: α) θα τρέχει λαχανιασμένο πίσω από μια παρέα με αδύνατα πιτσιρίκια, β) θα τρώει σάντουιτς ή παγωτό, γ) θα παίζει μόνος του κάτω από τη σκιά της ομπρέλας επειδή η μαμά του δεν τον αφήνει να βγει στον ήλιο. Επιβεβαιώνεται και ο Λένος Χρηστίδης που μιλούσε παρομοίως για τον Απαραίτητο Χοντρό (ή, χαϊδευτικά, Απαραίτητο ή, χαϊδευτικότερα, Ραίτητο).
Αλλά τα παιχνίδια του μυαλού δε σταματούν εκεί. Να σπας τις ανεπιθύμητες φουσκάλες του καφέ μέχρι το καϊμάκι να γίνει λείο σαν κρέμα, να οδηγείς σε χωματόδρομους με κίνδυνο να σπάσεις το αμάξι αλλά να γουστάρεις που την είδες Rally Acropolis, να σκέφτεσαι κάθε 2 λεπτά τη γάτα που έχεις αφήσει 2 ώρες μακριά (αλλά όχι μόνη της) σε σημείο που να μη μπορείς να απολαύσεις τις διακοπές σου... Με λίγα λόγια, σκέψεις, συμπεριφορά και αντιδράσεις όχι απλά εκτός της καθημερινής πραγματικότητας αλλά εκτός πλαισίου γενικώς. Κοινώς, ό,τι να'ναι.
Το χρειαζόμουν αυτό το τριπάκι όμως. Εκτός από τη σωματική ξεκούραση (πρέπει να κοιμήθηκα όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή μου) αυτό το πνευματικό παρστράτημα (όσα περιέγραψα είναι ένα δείγμα όσων πραγματικά συνέβησαν μέσα στο κεφάλι μου) με έφερε στα ίσα μου. Πλέον δεν γκρινιάζω για διακοπές (όπως έκανα πέρυσι τέτοια εποχή, μία εβδομάδα δηλαδή μετά την επιστροφή), αισθάνομαι πιο δυνατός πνευματικά και σωματικά, και μπαίνω με μεγαλύτερη όρεξη στην τελικη ευθεία. Επιπλέον, επιστρέφω για τα καλά σε τούτο τον χώρο, για τους επόμενους 6 ή 9 μήνες (μέχρι δηλαδή να αποφασίσω πότε θα μπω για τη θητεία μου) και μετά βλέπουμε.
Και για να ξεκινήσει καλά η νέα χρονιά, το "Mind Games" του John Lennon αφιερωμένο εξαιρετικά σε όλους όσοι διαβάζουν...
Ας πούμε ότι δυνητικά έχεις τον τρόπο τις περισσότερες φορές να παίρνεις με "όμορφο" (ή τουλάχιστον όχι μη-αποδεκτό) τρόπο αυτό που θέλεις, ακόμα και όταν δεν το δικαιούσαι. Ο τρόπος καθεαυτός είναι αδιάφορος - χαριτωμένη συμπεριφορά, αφοπλιστική ειλικρίνεια, ευγένεια, όλα παίζουν. Δεν μιλάμε για πίεση, εκβιασμό, πλάγια/παράνομα μέσα κλπ. Το ερώτημα είναι: το κάνεις, και αν ναι, σε ποιο βαθμό;
Εγώ, για παράδειγμα δείχνω τόσο πολύ nice guy που εκμεταλλευόμενος αυτό το χαρακτηριστικό έχω κάμποσες φορές γλυτώσει δυσάρεστες μικροκαταστάσεις (μία κλήση, ένα πρόστιμο στην Εφορία και άλλα τέτοια ψιλά) αλλά κωλώνω να το χρησιμοποιήσω για πιο μεγάλες "διευκολύνσεις", ειδικά όταν πρόκειται να ρίξω κάποιον άλλο προκειμένου να ευνοηθώ ο ίδιος. Ή μάλλον δεν κωλώνω, ούτε φοβάμαι τις πιθανές συνέπειες, αλλά ενεργοποιείται μέσα μου ένα αίσθημα δικαίου που δε μπορώ να το παρακάμψω. Όλως τυχαίως, αυτό το αίσθημα δικαίου σχεδόν εκμηδενίζεται όταν συναλλάσσομαι με την Εφορία, αλλά κι εκεί είμαι συνήθως τυπικός στις υποχρεώσεις μου.
Από την άλλη, γενικώς η τσαχπινιά και η γαλιφιά πουλάει και όποιος τη δουλεύει καλά κερδίζει. Πάλι, έχω προσωπικά παραδείγματα ανθρώπων που όχι μόνο έχουν πάρει πολύ περισσότερα από όσα δικαιούνται (σε πολλούς τομείς - δε χρειάζεται να το συγκεκριμενοποιήσω), αλλά και αυτοί που τους τα έδωσαν είναι οι ίδιοι ικανοποιημένοι και χαρούμενοι. Είναι τελικά τόσο εύκολο να εκμεταλλευτείς τον άλλο με μια ευγενική ή χαριτωμένη συμπεριφορά μόνο και μόνο επειδή τέτοιου είδους συμπεριφορές είναι out of the norm; Πού πάει το περί δικαίου αίσθημα σε όσους χρησιμοποιούν μια τέτοια στρατηγική (γιατί περί τέτοιας πρόκειται); Πόσο μπορεί να ικανοποιείται κάποιος που παίρνει κάτι που δεν του αξίζει; Ή μήπως δεν το γνωρίζει;
Κλισέ το post, αλλά τα ερωτήματα μού γεννήθηκαν σήμερα έχοντας μόλις γλυτώσει το προαναφερθέν πρόστιμο και νιώθωντας μια τόση δα μικρή ενοχούλα που με παραξένεψε.
Επεκτείνω λίγο το θέμα, θέτοντάς το σε κατά προσέγγιση μαφαλντικό context (γιατί δυστυχώς δεν έχω πρόχειρα στο γραφείο τα τεύχη της Μαφάλντα). Ρωτάει λοιπόν ο Μιγκελίτο τον Φελίπε ποια είναι η στάση που πρέπει να έχει κανείς στη ζωή: Να το παίζει αδιάφορος για να μην τον ενοχλεί κανείς; Να δείχνει αυτάρκης για να τον σέβονται όλοι; Να δείχνει αδύναμος για να τον βοηθούν όλοι; Η συνέχεια της βινιέτας είναι διαφορετική αλλά το ερώτημα έχει τη δική του ξεχωριστή οντότητα.
Αν με ρωτούσες πριν ένα χρόνο τι προοπτικές διαβλέπω στη ζωή μου θα σου έλεγα "καμία" - αδράνεια στα προσωπικά, τέλμα στα επαγγελματικά, ανάγκη προσαρμογής σε μία ακόμα αλλαγή, αλλά και ένα μικρό φως που (όσο κι αν ήθελα να εθελοτυφλώ) λαμπύριζε ασθενικά αλλά σταθερά. Εκ των υστέρων βλέπω ότι εκείνη η περίοδος αποτελούσε την απαραίτητη καθοδική φάση του κύκλου, αυτή που βρίσκεται λίγο πριν, κατά τη διάρκεια και λίγο μετά το πέρασμα από το κατώτατο σημείο. Πέρασα άσχημα εκείνη την περίοδο, έτρωγα τη μία σφαλιάρα μετά την άλλη σαν το Τζανετάκο, αμφέβαλα για τη μοναδική ικανότητά μου για την οποία δεν είχα ποτέ σκεφτεί διαφορετικά. Ειδικά αυτό το τελευταίο ήταν τεράστια ήττα, όμως το πάλεψα και κατάφερα να το ξεπεράσω.
Ένα χρόνο μετά, λοιπόν, ούτε στα πιο άγρια όνειρά μου θα μπορούσα να φανταστώ ότι θα βρισκόμουν στη σημερινή κατάσταση. Με (όχι απόλυτη) χρονική σειρά: μετακόμισα, απόκτησα γάτα (μπορεί να φαίνεται trivial αλλά είναι πολύ σημαντικό), έκανα ουσιαστική πρόοδο με τη διατριβή μου, βελτίωσα τη σχέση μου με τη σύντροφό μου, ανέβασα την απόδοσή μου στη δουλειά, βελτίωσα τα οικονομικά μου, και πριν λίγο καιρό παντρεύτηκα. Ναι, παντρεύτηκα, αγαπητέ αναγνώστη (αν έχει μείνει κανείς), το έβαλα το δαχτυλίδι, έδωσα τον όρκο, ξεκίνησα οικογένεια, όπως θες πες το. Ή, κατά την εκκλησιαστική άποψη εκπορνεύτηκα, αφού ο γάμος ήταν πολιτικός. Μας ήρθε, να πούμε, τώρα στην τρέλα έτσι, μας ήρθε να παντρευτούμε, γουστάραμε γάμο, και τον κάναμε. Απλά, όμορφα και προπάντων επί της ουσίας.
Παρένθεση: Τελικά το δαχτυλίδι του γάμου έχει μαγικές ιδιότητες όπως το δαχτυλίδι του Σάουρον. Κάνει τους άλλους να σε βλέπουν πιο σοβαρά και να σε αποδέχονται πιο εύκολα, ανοίγει πόρτες προς ανθρώπους που θέλεις αλλά και προς ανεπιθύμητους, σε κάνει "part of the family", ακόμα κι αν η σχέση σου με τον/τη σύζυγο κοντεύει να κλείσει δεκαετία. Επίσης, είναι εντυπωσιακό πώς μια τελετή 10 λεπτών σε κάποιο Δημαρχείο δίνει σε πολύ κόσμο τόση ατελείωτη χαρά, απείρως περισσότερη από τη χαρά που πρέπει να δίνει η συνειδητοποίηση ότι μέσα σε αυτόν τον ατομικιστικό κόσμο δύο άνθρωποι έχουν εδώ και 10 χρόνια βρει το άλλο τους μισό και πρόκειται να πορευτούν μαζί ανεξάρτητα από τη νομική υπόσταση της σχέσης τους ή/και τη χρονική επισημοποίησή της. Κλείνει η παρένθεση.
Είναι πολύ όμορφο να μπορείς να λες "η γυναίκα μου" και να εννοείς κάτι περισσότερο από απλώς το άλλο μέλος της σχέσης σου, όσο μακροχρόνια κι αν είναι. Θα μου πεις βέβαια ότι αν έχεις αποφασίσει ότι θα είσαι με τον σύντροφό σου για το υπόλοιπο της ζωής σου λίγη σημασία έχει αν είσαι παντρεμένος ή όχι. Δεκτό, αλλά από την άλλη αφού το έχεις αποφασίσει γιατί να μην αναλάβεις και τις τυπικές ευθύνες (νομικές κλπ.) της συμβίωσης; Η αδέσμευτη μακροχρόνια σχέση (ειδικά όταν καταλήγει στη δημιουργία οικογένειας) μου φέρνει αρκετά σε safe play - ναι μεν είμαστε μαζί αλλά αφήνουμε μια καβάντζα για να την κάνουμε χωρίς συνέπειες, αν η περίσταση το απαιτεί.
Τέλος πάντων, things are looking up, που λένε και στο χωριό μου, η Περσεφόνη μεγαλώνει και ομορφαίνει (αυτό για το Ξωτικό που ρωτούσε χτες), και μέσα στον πανικό της δουλειάς, του διδακτορικού και της στράτευσής μου στις αρχές του επόμενου χρόνου ψάχνουμε για σπίτι καθώς για καινούριο αυτοκίνητο για τη σύζυγο. Μεγάλες αλλαγές, για ακόμα μια φορά, μόνο που τώρα είναι επιθυμητές και ευχάριστες (εκτός από το γαμωφανταριλίκι).
Και επειδή πρέπει να υπάρχει και η απαραίτητη μουσική υπόκρουση, όση ώρα έγραφα αυτό το post έτρεχε στο μυαλό μου το παρακάτω τραγούδι από μια καλή αλλά παρεξηγημένη μπάντα της εποχής της Britpop:
Ότι θα έφτανα σε τέτοιο επίπεδο διανόησης ώστε να ονειρευτώ το επόμενο post μου, και να μου το έλεγες δεν θα το φανταζόμουν. Αν πάλι μου έλεγες ότι θα σηκωνόμουν στη μέση της (προχτεσινής) νύχτας για να ρημαδογράψω σε ένα χαρτάκι 5 keywords που θα μου θύμιζαν την επόμενη μέρα τα βασικά σημεία του ονειρεμένου post, θα σε έκραζα μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Έλα όμως που το εν λόγω χαρτάκι δεν το βρίσκω πουθενά, ενώ αυτές οι 5 κωλολέξεις έχουν διαγραφεί διαπαντός από τη RAM μόλις ξανάκλεισα τα μάτια μου!
Και έτσι χάθηκε η ευκαιρία μιας direct επικοινωνίας με τον κόσμο των ονείρων, που όχι μόνο φέρνει στην επιφάνεια τα μύχια της ψυχής και τις πιο βαθιά κρυμμένες σκέψεις, αλλά πλέον υπαγορεύει και blogposts, ενώ σε λίγο καιρό θα γράψει κανένα κεφάλαιο της διατριβής μου (μακάρι να κάνω λίγο parallel processing της διατριβής με τον ονειρένιο εαυτό μου, γιατί διαφορετικά δε με βλέπω καλά...)
Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι είχα δώσει τίτλο στο dream-post: "Meta-όνειρο". Μη ρωτάς περισσότερα, ούτε κι εγώ καταλαβαίνω. Κρίμα, πάντως, γιατί είχα ενθουσιαστεί με το post, και μάλιστα το θεωρούσα ως ένα από τα καλύτερά μου εδώ και καιρό. Σαν μια από εκείνες τις στιγμές που συνειδητοποιείς ότι τα πάντα μπαίνουν στη σωστή τους σειρά, και ότι αυτό που γράφεις δεν έχει (εκείνη τη στιγμή) αδιέξοδα και κλωστές που κρέμονται.
Εκτός βέβαια κι αν το ονειρεύτηκα όλο αυτό το πανηγύρι, και τούτο το post είναι όντως το meta-όνειρο. Ή μήπως είναι το meta-meta-όνειρο;
100 post, ε; Το παραδέχομαι ότι δεν περίμενα να φτάσω σε τριψήφιο αριθμό. Όχι ότι έγινε και τίποτα, big deal δηλαδή, αλλά στην αρχή είχα την εντύπωση ότι κάπου στους 5-6 μήνες (περίπου 60-70 post) θα σταματούσα. Με πήρε όμως το ποτάμι και είμαι ακόμα εδώ.
100 post μετά εξακολουθώ να μην αισθάνομαι απόλυτα άνετα με τα γραπτά μου. Διαβάζω παλιότερα post και ψιλοντρέπομαι ή σκέφτομαι πόσο διαφορετικά θα μπορούσα να τα είχα δομήσει. Αλλά τελικά καταλήγω ότι τα post μου είναι σαν τα ποπ τραγούδια: αναλώσιμα και προσωρινά. Δεν περιμένω δηλαδή να γραφτεί σε κανένα blog "θυμάμαι εκείνο το καταπληκτικό post του exitmusician πριν 4-5 χρόνια μπλα μπλα μπλα" - τα ξέρω τα όριά μου, νομίζω. Ο Freddie Mercury είχε κάποτε πει για τη μουσική του:
"My songs are like Bic razors… For fun, for modern consumption. You listen to it, like it, discard it, then on to the next. Disposable pop".
Όπου "songs" εισάγετε "posts" και όπου "listen to" εισάγετε "read", και θα πάρετε μια ιδέα τι εννοώ. Δεν είναι τυχαίο που και ο Mercury κατά βάθος έπασχε από μεγάλη ανασφάλεια για τη μουσική του παρά το θεϊκό και untouchable προσωπείο που έβγαζε προς τα έξω.
Αλλά η επίτευξη του ορόσημου των 100 posts είναι σημαντική για τον εξής λόγο. Μια από τις μόνιμες πηγές άγχους ήταν αν θα έχω κάτι να προσφέρω, είτε σε συζητήσεις, είτε ως προσωπική άποψη, είτε ακόμα και στην ερευνητική δραστηριότητά μου. Και αν για το τελευταίο ζήτημα φαίνεται ότι βρίσκω μιαν άκρη, για τα πρώτα το blog ήταν ένα αποκούμπι πρώτης τάξης. Νομίζω ότι από ένα πλήθος δημοσιεύσεων μπορείς να βγάλεις 2-3 σταγόνες ουσία και ένα ποτήρι γαρνιτούρα, όπως π.χ. από 30 χρόνια έρευνας μπορείς να βγάλεις 3-4 πρώτης ποιότητας papers και καμιά 30αριά περιφερειακά. Είναι η ουσία που με ενδιαφέρει να συγκρατήσει από μένα κάποιος που θα διαβάσει (αν αντέχει) αυτά που γράφω. Αλλά η εικόνα είναι ακόμα θολή και η ουσία δυσδιάκριτη. Γιαυτό δεν σκοπεύω να σταματήσω να γράφω, τουλάχιστον όχι στο εγγύς μέλλον.
Επειδή όμως δεν θέλω να κλείσω αυτό το post μέσα στη μιζέρια, σας χαιρετώ με ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια του 2007. Εδώ θα είμαι και στις επόμενες "επετείους" - and that's a promise!
...είναι στρωμένο με γαϊδουράγκαθα, ναρκοπέδια και διάσπαρτους ελεύθερους σκοπευτές. Έχει λίμνες με κροκόδειλους, καταιγίδες από μετεωρίτες, κουτάκια που αν πέσει το πιόνι σου πρέπει να το μετακινήσεις 5 τετράγωνα προς τα πίσω, και τιμωρίες στη γωνία με το ένα πόδι όρθιο. Πολλές φορές τα παραπάνω εμφανίζονται ταυτόχρονα.
Επίσης περιλαμβάνει πολύ σταμάτα-ξεκίνα (μα πάρα πολύ). Περισσότερο σταμάτα παρά ξεκίνα, δηλαδή. Αλλά και όταν ξεκινάς, σπάνια πηγαίνεις με μεγαλύτερη ταχύτητα από την πρώτη, κι αυτή είναι πάντοτε η δευτέρα. Για τρίτη και πάνω δεν το συζητώ, τουλάχιστον όχι για εμένα.
Δε λείπουν οι καλοθελητές, οι μεσάζοντες που σου υπόσχονται συντομεύσεις και παρακάμψεις, καινούριες ασφαλτοστρωμένες εθνικές οδούς και ειδυλλιακές διαδρομές, ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που επιδιώκουν είναι να σε οδηγήσουν μέσα από κακοτράχαλα μονοπάτια και μίζερους επαρχιακούς χωματόδρομους. Ούτε φυσικά λείπουν αυτοί που τρέχουν ιλιγγιωδώς στο αντίθετο ρεύμα και περηφανεύονται που φτάνουν "γρήγορα" στο τέλος.
Τέλος, αντίθετα με οποιοδήποτε ταξίδι, τούτο δω δεν έχει εγγυημένη άφιξη ούτε δεδομένη ικανοποίηση από τον τελικό προορισμό. Επίσης είναι πιθανό όχι μόνο να καταλήξεις σε εντελώς διαφορετικό μέρος από αυτό που προσδοκούσες αλλά να μη μπορείς καν να πάρεις το δρόμο της επιστροφής.
"Τότε", θα μου πεις, "γιατί το κάνεις αυτό το ταξίδι;"
Θα σου απαντήσω ότι δεν ξέρω πλέον. Ανέβηκα όταν δεν ήξερα πού θα με έβγαζε, και τώρα είναι αργά για να κατεβώ - αν το ήθελα. Όταν όμως ξεκίνησα φαινόταν σαν μια ενδιαφέρουσα διαδρομή με προδιαγεγραμμένη κατάληξη - ceteris paribus. Αυτό το ceteris paribus ήταν που δεν είχα υπολογίσει σωστά, τα random components (μερικά από τα οποία ανέφερα παραπάνω) που τελικά είναι πιο σημαντικά από τα systematic components στον προσδιορισμό της συνάρτησης επιτυχίας (κατ' αντιστοιχία με τη συνάρτηση χρησιμότητας). Θεωρώ ότι η μαγεία της ζωής είναι να προγραμματίζεις 5-10 πράγματα και να τα φέρνεις ή να τα βλέπεις να έρχονται σε πέρας. Αλλά τι γίνεται όταν ο προγραμματισμός δεν εξελίσσεται όπως τον έχεις σχεδιάσει, και ιδιαίτερα όταν τις περισσότερες φορές τα μέτρα επαναφοράς που μπορείς να εφαρμόσεις είναι ελάχιστα; Προσπαθείς να ενσωματώσεις τα random components μέσα στο σύστημά σου ή συνεχίζεις με τον αρχικό προγραμματισμό, εναποθέτοντας στο Θεό τις ελπίδες σου να καταλήξεις σε ένα αποδεκτό αποτέλεσμα;
Δε συνηθίζω μονολόγους σαν τον παραπάνω αλλά τις τελευταίες μέρες το μυαλό μου έχει μπουχτίσει με κατανομές, συναρτήσεις χρησιμότητας και basic choice models. Το ερώτημα όμως παραμένει, έστω κι αν τώρα λαμβάνει μορφή ψευδοεπιστημονική, προσαρμοζόμενο σαν τον χαμαιλέοντα στις επιταγές/απαιτήσεις κάθε περιόδου.
Πέρασαν ήδη δύο βδομάδες από τότε που μετακόμισα στο καινούριο σπίτι μαζί με τη σύντροφό μου. Μέσα σε αυτές τις εβδομάδες προλάβαμε να αγοράσουμε καινούρια τηλεόραση, να μεταφέρουμε τα περισσότερα από τα βιβλία μας (πάνω από 600 κομμάτια, που προς στιγμή κείτονται διασκορπισμένα εδώ και εκεί), τα CD και τα DVD μας (άλλα τόσα), να πειραματιστούμε με συνταγές που δεν είχαμε ξαναδοκιμάσει, να βάλουμε 4 πλυντήρια, και πολλά άλλα που μάλλον δεν ενδιαφέρουν κανένα αλλά για εμάς κάνουν τη διαφορά.
Είναι περίεργο το συναίσθημα. Πολύ περίεργο. Φεύγω από ένα μέρος το οποίο μόλις τα τελευταία 2 χρόνια είχα αρχίσει να αισθάνομαι ως σπίτι μου, μιας και αναγκάστηκα να μείνω μόνος, με την πλήρη ευθύνη στα χέρια μου - και νομίζω ότι τα έχω πάει αρκετά καλά. Φεύγω από ένα σπίτι του οποίου γνωρίζω την παραμικρή πιθαμή, το ελάχιστο ράισμα στο μάρμαρο, την παραμικρή μυρωδιά, τον πιο ανεπαίσθητο ήχο.
Αλλά φεύγω και από το μέρος που μεγάλωσα - το Κολωνάκι δεν θα το αποκαλούσες "γειτονιά" - για να πάω σε ένα άλλο μέρος, μόλις 15 λεπτά απόσταση με το αυτοκίνητο, αλλά πολύ διαφορετικό σε χαρακτήρα και σε όψη. Φεύγω από τους γνώριμους δρόμους, τα γνώριμα πεζοδρόμια και μαγαζιά, τους ανθρώπους που έχω συνηθίσει να βλέπω κάθε μέρα έστω κι αν ποτέ δεν τους μιλάω και δε μου μιλάνε. Φεύγω αφήνοντας πίσω μου το πνεύμα του Κολωνακίου, το αριστοκρατικό και μεγαλειώδες, το ήρεμο και στιβαρό, όχι το νεοπλουτίστικο και εξεζητημένο, το φωνακλάδικο και το αγενές. Φεύγω γιατί μόνο έτσι θα μπορέσω να κάνω μια νέα αρχή, που δεν θα είναι φορτισμένη με καμία ανάμνηση καλή ή κακή.
Και πάω σε μία γειτονιά που δεν έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά του Κολωνακίου, ούτε τα θετικά ούτε τα αρνητικά. Μια γειτονιά σαν όλες τις άλλες, χωρίς κάτι που την κάνει να ξεχωρίζει, με πιτσιρίκια να παίζουν στο δρόμο, με φροντιστήρια και γυμναστήρια, με σουβλατζίδικα και video club, με ό,τι προσφέρει μια τυπική οικιστική περιοχή της Αθήνας. Μια περιοχή που δεν έχει Cayenne και Jeep να οδηγούνται από μεγαλοαστούς ή/και νεόπλουτους γεμάτους τουπέ και ύφος, που δε συγκεντρώνει χάι κόσμο κάθε ΠΣΚ, που δεν έχει από έναν πολιτικό ή διπλωμάτη σε κάθε δεύτερη πολυκατοικία. Μια περιοχή ιδανική για να χαθείς μέσα στο πλήθος.
Όχι πριν από πολλά χρόνια, προτού μείνω μόνος, έμπαινα στο αυτοκίνητο και οδηγούσα τη νύχτα, άσκοπα. Κατευθυνόμουν προς όποια γειτονιά μπορείς να φανταστείς: από Ζωγράφου μέχρι Δραπετσώνα, από Αγία Παρασκευή μέχρι Πατήσια. Περνώντας από τους άδειους δρόμους έβλεπα τα κλειστά παντζούρια και τα σκοτεινά μπαλκόνια και λαχταρούσα να βρίσκομαι μέσα σε ένα τέτοιο σπίτι, οποιοδήποτε, χωρίς να γνωρίζομαι με κανέναν και ευρισκόμενος όσο το δυνατόν μακρύτερα από τη μέχρι τότε ζωή μου. Αλλά τώρα που μου δίνεται αυτή η ευκαιρία υπάρχει ακόμα κάτι που με κρατάει πίσω. Δεν είναι ότι δε θέλω να μείνω με τον άνθρωπό μου ή ότι δε θέλω να κάνω μια νέα αρχή, αλλά οι δεσμοί που προανέφερα δεν κόβονται εύκολα, ιδιαίτερα όταν κουβαλάνε μια ζωή 30 χρόνων.
Αλλά νομίζω ότι θα τη βρω την άκρη. Θέμα συνήθειας είναι, φαντάζομαι. Όσο θα περνούν οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες, τα πράγματα θα μπαίνουν σε μια ισορροπία, οι δεσμοί θα χαλαρώνουν (αλλά δε θα κόβονται), το νέο σπίτι μου θα το αισθάνομαι περισσότερο σαν το μοναδικό και όχι σαν ένα από τα δύο σπίτια μου.
Οπότε προς το παρόν είμαι στη διαδικασία του να φεύγω. Περίεργο που αυτό το ρήμα δεν εμπεριέχει την έννοια της διάρκειας, αυτή δηλαδή που της προσδίδει η διαδικασία του να κάνεις κάτι. Γιαυτό διάλεξα τον τίτλο "Φεύγοντας", που δηλώνει ακριβώς αυτό που προσπαθώ να κάνω - μια διαρκή διαδικασία φυγής από την μέχρι πρότινος ζωή μου προς μία νέα ζωή.
Υ.Γ. Δεν κάνω κανέναν ορθογραφικό κλπ. έλεγχο σε τούτο το post, που γράφτηκε μέσα σε 5 λεπτά, και να μου συγχωρήσετε τα όποια λάθη. Μάλλον είναι ό,τι πλησιέστερο στην αυτόματη γραφή θα πετύχω ποτέ.
Προσπαθώ μέσα από τα θραύσματα να δημιουργήσω κάτι το ολοκληρωμένο. Το μόνο που έχω να επιδείξω είναι μεμονωμένα και περιστασιακά επιτεύγματα και πράξεις που κανείς θα μπορούσε μόνο με αρκετή καλή θέληση να εντάξει σε ένα ευρύτερο σχέδιο για το πού πηγαίνει η ζωή μου. Εκλάμψεις που δε βασίζονται σε σχεδιασμό, που προσγειώθηκαν σαν μετεωρίτες, χωρίς συνέχεια, συχνότητα, συνέπεια στην εμφάνισή τους.
Σκεφτόμενος χτες τα παραπάνω και πολλά άλλα, έφερα προσωρινά την καταστροφή. Εντάξει, αυτή τη στιγμή κρατάω στα χέρια μου μια ωρολογιακή βόμβα που αναμένεται να σκάσει από στιγμή σε στιγμή και γιαυτό αισθάνομαι πολύ πιεσμένος. Γιαυτό και αυτό το "να τελειώνω" που είπα δεν το έχω βάλει ακόμα σε εφαρμογή - είναι δύσκολο να αφήσεις κάτω τη βόμβα χωρίς να εκραγεί.
Εδώ όμως είναι η διαφορά. Υπό άλλες συνθήκες θα μπούχτιζα αυτό το post με κλαυθμούς και οδυρμούς, αλλά όχι πλέον. Έστω και με αυτά τα θραύσματα, τα σκόρπια, θα το φτιάξω το σχέδιο της ζωής μου, και θα του δώσω δικό του αυτούσιο νόημα. Έστω κι αν το αποτέλεσμα βγει λιγάκι kwyjibo.
Υ.Γ. Να με συγχωρείτε για το εξαφανιζόλ αλλά έτρεχα από δω κι από κει. Μετακόμισα και δεν έχω γρήγορο Internet στο καινούριο σπίτι. Επομένως για λίγο καιρό ό,τι γράφω και διαβάζω από το γραφείο και από το πατρικό μου (όποτε βρίσκομαι εκεί)...
Ε, αυτό ήταν. Με έχει πιάσει το καλοκαιρινό mood μου και δε μπορώ να κάνω τίποτα. Είχα τόσες ιδέες για γράψιμο: μια που μου έδωσε ο enteka σε ένα από τα πρόσφατα post του, ένα που χρωστάω στη Ραδιοκέφαλη για το πιο κουλό ταξίδι που θέλω να κάνω, συν τα κλασικά post της παράκρουσης που με πιάνει κατά καιρούς, υλικό υπάρχει θενκ Γκοντ. Διάθεση όμως δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή για σκέψη και αναζήτηση στο Internet τέτοια εποχή. Φτάσαμε κι εμείς τα όριά μας, τα ξεπεράσαμε προ πολλού, γέμισε και το buffer και τώρα δε χωράει ούτε ένα γράμμα παραπάνω στο σκληρό μας δίσκο. Από τέλη Αυγούστου και πάλι.
Πάντα υπάρχει ένα turning point μεταξύ του σημείου που οι διακοπές είναι ένα όνειρο και της στιγμής που συνειδητοποιείς ότι γίνονται πραγματικότητα. Και δεν εννοώ το πακετάρισμα των μπαγκαζιών, το ταξίδι προς τον προορισμό ή την άφιξη στον προορισμό, αλλά ένα γεγονός, μια στιγμή αρκετά πριν την έναρξη των διακοπών που καταλαβαίνεις ότι α) επιτέλους φεύγεις και β) πρέπει σιγά-σιγά να αρχίσεις να κουνιέσαι αν δε θέλεις να τρέχεις τελευταία στιγμή. Τα τελευταία 3 χρόνια που ένα μέρος των διακοπών μου το περνάω σε νησιά το turning point δεν είναι ούτε η απόφαση για τον προορισμό, ούτε η κράτηση των δωματίων αλλά η παραλαβή των ακτοπλοϊκών εισητηρίων. Φέτος, μάλιστα, είχα ιδιαίτερο πρόβλημα να βρω εισητήριο για το αυτοκίνητο και μπλέχτηκα σε κάμποσα πάρε-δώσε με πρακτορεία στον Πειραιά μέχρι να πάρω το χαρτάκι στα χέρια μου. Ε, η πρώτη από αυτές τις 3-4 φορές που χρειάστηκε να κατεβώ αυτοπροσώπως ήταν το turning point για φέτος.
Παρότι έχω περάσει 4+ χρόνια καθημερινής τρέλας στον Πειραιά (ως φοιτητής στο ένδοξο Πα.Πει.) και παρότι για εμένα είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον Ολυμπιακό (= μπλιαχ, φτου, ουέκ, κλπ.) με πιάνει μια ψιλο-νοσταλγία τις λίγες φορές που τυχαίνει να κατεβώ: ξανάρχονται στο μυαλό ήχοι, εικόνες και μυρωδιές (ιδιαίτερα αυτές) που δύσκολα ξεχνιούνται, ιδιαίτερα όταν έχεις 4+ χρόνια που γεμίζεις καθημερινά απ'αυτές. Συν ότι έχω συνδυάσει αυτό το λιμάνι με τη φυγή γενικώς, φυγή για διακοπές, φυγή από καταστάσεις, φυγή για αλλαγή ζωής. Φέτος πέτυχα χαρακτηριστικές στιγμές μεγάλης εξόδου: backpackers να βγάζουν εισητήρια "με όποιο καράβι φεύγει τώρα", οικογένειες με υπερφορτωμένα αυτοκίνητα να περιμένουν την επιβίβαση, παρέες μέσα στην τρελή χαρά. Και είναι ακόμα Ιούλιος...
Ε, δεν ήθελα και πολύ. Πειραιάς + ψιλο-νοσταλγία + εικόνες φυγής = το κλείσαμε το μαγαζί για φέτος.
Από τότε λειτουργώ σε safe mode, ίσα-ίσα να διεκπεραιώνω τις βασικές δουλειές του γραφείου (εντάξει, συν ένα paper που είχε deadline σήμερα). Όταν όλη η "σκληρά εργαζόμενη" και "αποτελεσματική" Ευρώπη ήδη αράζει και λιάζει τα ασπρουλιάρικα κορμιά της σε κάποια παραλία στην Ελλάδα, την Πορτογαλία ή την Καραϊβική κάνοντας 1 και 1,5 μήνα διακοπές, ποιος ο λόγος εμείς οι Έλληνες να είμαστε στις επάλξεις μέχρι την τελευταία στιγμή πριν τις 2 εβδομάδων δικές μας διακοπές; Not fair.
Γιαυτό λοιπόν το ψιλοκλείνω το μαγαζί. Θα κάνω ένα ευχετήριο post την Παρασκευή και ξανά πάλι μαζί από 20 Αυγούστου. Εξάλλου έχω ετοιμασίες να κάνω, τώρα που μπήκα στο mood για τα καλά!